Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

The origin (μέρος 1ο)

Θα μπορούσα ν' αρχίσω την αφήγησή μου με το κλασσικό ερώτημα που κατα καιρούς απασχολεί τους ανθρώπους που... αμπελοφιλοσοφούν. Γιατί γεννήθηκα; Γιατί στο καλό γεννήθηκα; Δε θ' απαντήσω. Όχι επειδή δε βρίσκω απάντηση, αλλά επειδή και να βρισκα, δε νομίζω να υπήρχε καμιά διαφορά. Εξάλλου, δε νομίζω οτι η απάντηση θα μπορούσε να μου δώσει λύσεις. Απλά γεννήθηκα. Για να τυρρανάω και να τυρρανιέμαι...





Δεν υπήρξα καρπός του έρωτα, ούτε παιδί ευτυχισμένου γάμου. Απ' ότι φαίνεται, απλά υπήρξα. Οι γονείς μου γνωρίστηκαν στην Πρώην Σοβιετική Ένωση, εκεί όπου γεννήθηκαν, έζησαν και μεγάλωσαν ως βλαστάρια Ποντίων Προσφύγων. Εκεί ενσωματώθηκαν στο μπούγιο των ντόπιων, αν και πάντα υπήρχε μια διαχωριστική γραμμή χρώμματος γαλάζιου ανάμεσά τους. Και οι παππούδες μου εκεί γνωρίστηκαν, έζησαν κι έκαναν παιδιά, συνέχισαν τη ζωή τους όπως τους την παρέδωσαν οι δικοί τους γονείς, οι πρόφυγες που στάλθηκαν στην Ασία απο τον Στάλιν, επειδή (και καλά) είχαν Ελληνικά διαβατήρια. Ή ίσως για κάποιον άλλο λόγο, τον οποίο ντροπή μου που δεν γνωρίζω. Αυτή τη στιγμή όμως, άλλο θέλω να ...ιστορίσω ως εκεί που πραγματικά ξέρω, αρχίζοντας απο τους παππούδες μου.

Οι γονείς τους πατέρα μου γνωρίστηκαν αρχικά ως κουνιάδοι. Η γιαγιά ήταν στο επάγγελμα μαθηματικός, απόφοιτη πανεπιστημείου παρακαλώ και απ' όσο ξέρω ήταν λογοδοσμένη με τον αδελφό του παππού μου, ο οποίος αργότερα πέθανε. Ο χαμός του παιδιού ήταν μεγάλος, αλλά το ίδιο και της νύφης απ' ότι φαίνεται. Έτσι, μετά απο προτροπή και θέληση της μητέρας του ο παππούς μου δέχτηκε να παντρευτεί την πρώην μέλλουσα κουνιάδα του, η οποία πλέον θα λεγόταν μέλλουσα γυναίκα του. Κι έτσι έγινε.

Λέγεται οτι οι παππούδες μου ήταν πολύ δημοφιλείς στην πόλη τους. Είχαν ένα μεγάλο σπίτι με αυλή και πολλά κατοικίδια ζωάκια, όπου δέχονταν τους φίλους τους (φίλους του παππού δηλαδή) και μαζί έκαναν δυο παιδιά, τον πατέρα μου και την αδελφή του. Ναι, οι παπούδες μου είχαν ένα "καλό" όνομα στην κοινωνία (λόγω του επαγγέλματος της γιαγιάς of course), αλλά αμφιβάλλω εαν ο γάμος τους υπήρξε έστω και λίγο ευτυχισμένος. Η γιαγιά αγαπούσε τον παππού λένε, εκείνος όχι. Δε τη σεβόταν, δε της φερόταν καλά (δε γνωρίζω αν στο σπίτι έπαιζαν ξύλο, αλλά χτυπήματα στον τοίχο της αυλής έπεφταν σίγουρα), αδιαφορούσε για κείνη, δε τη βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού ή έστω στις αντρικές δουλειές και πάνω απ' όλα δεν της έδειχνε κανένα ενδιαφέρον, ούτε ως γυναίκα, ούτε ως γυναίκα του. Η γιαγιά βέβαια, επειδή οι εποχές ήταν τέτοιες, δεν ύψωνε φωνή, ούτε επικοινωνούσε μαζί του σαν άνθρωπος. Αυτό που έκανε όμως ήταν να τον ζηλεύει για τα πάντα. Κι έτσι έζησαν τη ζωή τους μέσα στο δήθεν και την καταπίεση. Έτσι μεγάλωσε και ο πατέρας μου, ο οποίος δασκαλεύτηκε απο τη γιαγιά να κάνει όλες τις βαριές δουλειές του σπιτιού και του κήπου, δουλειές που θα πρεπε να κάνει ο παππούς. Και δε νομίζω να του έδειξαν την παραμικρή εκτίμηση γι' αυτό. Ίσα ίσα, ζώντας σ' ένα τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον, ο πατέρας μου μάλλον έζησε σκληρά τα παιδικά του χρόνια και κρίνοντας απο τον τρόπο που με μεγάλωσε και μου φερόταν εμένα απο μικρή, πιστεύω οτι όχι μόνο δεν αναπτύχθηκε συναισθηματικά, αλλά ούτε γνώρισε οικογενειακή θαλπωρή και αγάπη στη δική του οικογένεια. Δυστυχώς αυτά τα συμπεράσματα έχω βγάλει για τον πατέρα μου. Όσο για τη μάνα του, τη γιαγιά; Γύρω στα δεκαεφτά κι ενώ είχα ακόμη την ιδέα του αγνού και αγαθού στο μυαλό μου, σοκαρίστηκα όταν έμαθα οτι ο παππούς μου απατούσε κανονικότατα και με το νόμο τη γιαγιά, ενώ όλοι το γνώριζαν. Αυτός ο κατα τα άλλα αυστηρός και όλος άξιος παραδείγματος και σεβασμού παλιόγερος φόραγε κέρατο στη γυναίκα του. Ο παππούς μου. Νομίζω οτι είναι ξεκάθαρο το οτι αυτός ο γάμος δεν υπήρξε ευτυχισμένος. Κι αν ακόμη αμφιβάλλει κανείς, ας έρθει καμιά μέρα απο δω ν' ακούσει τα βρισίδια που κοπανάει η γιαγιά στον παππού πίσω απο την πλάτη του.

Οι γονείς της μητέρας μου πάλι, δεν είχαν καθόλου καλύτερη σχέση. Ο άλλος παππούς και η γιαγιά παντρεύτηκαν, επειδή άρεσαν στην αρχή ο ένας στον άλλο. Αργότερα έγιναν όλα.... να μην πω πως. Η γιαγιά αυτή, απ' την οποία πήρα και το όνομά μου, βρίζει συχνά τον άντρα της, επειδή λέει οτι έπινε. Η μητέρα μου λέει οτι οι γονείς της καυγάδιζαν τόσο πολύ και τόσο δυνατά, χωρίς ίχνος ντροπής που ακούγονταν σε όλο το στενό. Τούτοι εδώ οι άνθρωποι πιστεύω οτι δεν τα βρήκαν, διότι ήταν πολύ διαφορετικοί. Η γιαγιά μου, όπως την ξέρω είναι άνθρωπος έξω καρδιά και πηγαίνει απο δω κι απο κει όλη την ώρα. Η κοινωνικότητά της δεν έχει όρια. Ο παππούς λένε οτι ήταν μυστήριος και κλειστός τύπος, δεν του άρεσαν οι επισκέψεις και γενικά δεν ήταν των κοινωνικών σχέσεων όπως η γιαγιά. Εδώ οι φουσκωμένες πληροφορίες λείπουν, διότι λείπει και η ίδια η παρουσία του παππού. Δε τον γνώρισα ποτέ και δε μου μιλάνε συχνά για κείνον. Κι πλέον δεν ασχολούμαι και πολύ. Το μόνο σίγουρο είναι οτι απο τις ιστορίσεις της ίδιας της γιαγιάς, αλλά και κοντινών προσώπων, έβγαλα το συμπέρασμα οτι ούτε αυτός ο γάμος υπήρξε ευτυχισμένος.

3 σχόλια:

  1. ευκαιρία λοιπόν..να κάνεις την αρχή εσύ..με μια ευτυχισμένη οικογένεια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. τι κρίμα που αυτές οι ευκαιρίες δε φαίνονται τόσο εύκολα...

    Να σαι καλά.
    Σ' ευχαριστώ που πέρασες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Γεια σου Ελένη! Τί κάνεις?
    Σόρι που χάθηκα, θα σου τα πω κάποια στιγμή. Έγιναν πολλά.
    Θα συμφωνήσω με τον iliokameno, τουλάχιστον έχεις παραδείγματα προς αποφυγήν.
    Πάντως είναι πολύ δύσκολες οι σχέσεις των ανθρώπων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή